ανήκουστος


ανήκουστος
[аникустос] εκ. неслыханный, странный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανήκουστος" в других словарях:

  • ἀνήκουστος — not to be heard masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανήκουστος — η, ο (AM ἀνήκουστος, ον) πρωτάκουστος, απίθανος, φοβερός αρχ. 1. αυτός που δεν μπορεί να ακουστεί 2. ενεργ. ο απρόθυμος να υπακούσει, ανυπάκουος 3. το ουδ. ως ουσ. το ανήκουστον παρακοή, απείθεια …   Dictionary of Greek

  • ανήκουστος — η, ο αυτός που δεν έχει ακουστεί ως τώρα, πρωτάκουστος, απίστευτος: Ανήκουστη υπήρξε η βαρβαρότητα των χιτλερικών προς τους Εβραίους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνηκούστως — ἀνήκουστος not to be heard adverbial ἀνήκουστος not to be heard masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνήκουστον — ἀνήκουστος not to be heard masc/fem acc sg ἀνήκουστος not to be heard neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηκούστοις — ἀνήκουστος not to be heard masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηκούστου — ἀνήκουστος not to be heard masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηκούστους — ἀνήκουστος not to be heard masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηκούστων — ἀνήκουστος not to be heard masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηκούστῳ — ἀνήκουστος not to be heard masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)